Συνεκπαίδευση μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες με μαθητές του γενικού σχολείου, σχολική ενσωμάτωση

Γεώργιος Γκλίνος
 
Από την Ειδική Αγωγή στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα
Η Διεθνής Σύμβαση για τα δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία του ΟΗΕ στο άρθρο 24 αναφέρει ότι η εκπαίδευση των μαθητών με αναπηρία είναι υποχρέωση και ευθύνη του γενικού εκπαιδευτικού συστήματος.
Με τον όρο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα νοείται το εκπαιδευτικό σύστημα που απευθύνεται στο γενικό πληθυσμό καταργώντας έτσι το διαχωρισμό μεταξύ ειδικής και γενικής αγωγής και προωθώντας τη δημιουργία ενός συγχρόνου, ενιαίου, δημοκρατικού και συμμετοχικού εκπαιδευτικού συστήματος που καλύπτει τις ανάγκες του συνόλου του μαθητικού πληθυσμού με ή χωρίς αναπηρία. Βασικό χαρακτηριστικό των συγχρόνων κοινωνικών είναι η ποικιλομορφία και πολυπολιτισμικότητα, την οποία το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να σεβαστεί και να αξιοποιήσει.
Ο όρος ένταξη των μαθητών με αναπηρία, σημαίνει την σταδιακή διαδικασία αλλαγής και προσαρμογής του εκπαιδευτικού συστήματος στις ανάγκες όλων των μαθητών ανεξάρτητα από τις διαφορετικές ικανότητες τους (κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας).
Η έννοια της ενσωμάτωσης υποδηλώνει την προσαρμογή του ατόμου με αναπηρία στο περιβάλλον και όχι το αντίθετο.
Το εκπαιδευτικό σύστημα της ένταξης στοχεύει στην αύξηση της συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης μέσω της μείωσης του αποκλεισμού και της σχολικής διαρροής. Ακόμη στην παροχή ίδιας ποιότητας εκπαίδευσης σε όλους τους μαθητές, η ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού και του αισθήματος αξιοπρέπειας και αυτό-εκτίμησης, η ενίσχυση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών ελευθεριών και της ανθρώπινης ποικιλομορφίας, η ανάπτυξη της προσωπικότητας, των δεξιοτήτων και της δημιουργικότητας όλων των μαθητών και της συμμετοχής τους σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Οι μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες αντιμετωπίζουν προβλήματα κοινωνικού αποκλεισμού, στιγματισμού και άνισης μεταχείρισης από το κοινωνικό τους περιβάλλον  φοιτώντας σε σχολικές δομές απομονωμένες από την υπόλοιπη σχολική κοινότητα.  Οι μαθητές που φοιτούν στα σχολεία Ειδικής Αγωγής έχουν πολύ λίγες ευκαιρίες για να έρθουν σε επαφή με μαθητές της ηλικίας τους των υπολοίπων σχολείων της περιοχής τους. Έτσι βιώνουν έναν αποκλεισμό αφού στερούνται την αλληλεπίδραση με το μεγαλύτερο αριθμό της μαθητικής κοινότητας λειτουργώντας σε ένα περιβάλλουν ( μέσα στις σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής) που απέχει από αυτό που θα βρεθούν ως ενήλικες. Προκειμένου οι μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες να προετοιμαστούν για να ζήσουν ως ενήλικες στο κοινωνικό σύνολο πρέπει από τη σχολική τους ζωή να προετοιμαστούν ώστε να αποκτήσουν δεξιότητες ζωής που θα τους επιτρέψουν κάτι τέτοιο.
 
 Η παιδαγωγική της συνεκπαίδευσης
 
Η παιδαγωγική της ένταξης αντιμετωπίζει το σχολείο σύμφωνα με τον  Sehrbock (2000) όχι μόνο ως χώρο μάθησης αλλά ως χώρο ζωής και τη σχολική τάξη ως μαθησιακό περιβάλλον. Δεν βασίζεται μόνο στα σχολικά βιβλία, χρησιμοποιεί ποικίλο υλικό, προωθείται η ομαδική εργασία και η μάθηση σε ετερογενής ομάδες ως προς το χρόνο και τις επιδόσεις.
Η παιδαγωγική της ένταξης σύμφωνα με την Ζώνιου- Σιδέρη (2000) χαρακτηρίζεται από συνάφεια με την καθημερινή ζωή, ισορροπία  ως προς το χρόνο και το περιεχόμενο της διδακτέας ύλης, γνώση που δεν κατηγοριοποιείται σε βασικά και δευτερεύοντα μαθήματα και διαφοροποίηση του παιδαγωγικού υλικού και των μεθόδων διδασκαλίας.
Συνεκπαίδευση δεν σημαίνει ότι πρέπει να επινοηθεί μια νέα παιδαγωγική προσέγγιση γιατί κάτι τέτοιο θα προωθούσε ένα νέο διαχωρισμό, ενώ αυτό που χρειάζεται για την ένταξη είναι η δημιουργία καταστάσεων κοινής ζωής και μάθησης (Καΐλα 1994). Μπορεί να εφαρμοστούν κοινές παιδαγωγικές στρατηγικές που θα προάγουν την αγωγή όλων των μαθητών, είτε παρουσιάζουν ειδικές ανάγκες είτε όχι.
Ο Meiser (2000) αναφέρει «Η παιδαγωγική της ένταξης είναι παιδαγωγική και σχεδόν τίποτα άλλο εκτός από παιδαγωγική». Η ένταξη επιτυγχάνεται καλύτερα όταν εφαρμόζεται καλή παιδαγωγική υπό την έννοια της παρακίνησης των μαθητών για αυτενέργεια, για κοινωνική μάθηση, αναπτύσσεται το αλληλονδιαφέρον και η αλληλεγγύη μέσα από ενεργητικούς τρόπους μάθησης και μέσα από την απόκτηση συναισθηματικών εμπειριών, παράλληλα με τις πραγματικές και κοινωνικές εμπειρίες.
Ο Mittler υποστήριξε, ότι η πρόοδος και επιτυχία της συνεκπαίδευσης, εξαρτώνται από τη γνώση, την εμπειρία και την κατανόηση όλων αυτών που έχουν καθημερινή επαφή με τους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, ενώ οι Greenwood και Fraench (2000) υποστήριξαν ότι εξαρτώνται από τους παρακάτω παράγοντες:
Α. Τον ίδιο τον μαθητή (τον τύπο και την σοβαρότητα της αναπηρίας, τη στάση του παιδιού με αναπηρία ως προς το ενδεχόμενο της συνεκπαίδευσης.
Β. Το σχολείο (την οργάνωση των τμημάτων, τον τρόπο λειτουργίας, την υλικοτεχνική υποδομή και τον εξοπλισμό) που θα πρέπει να εξασφαλίζει την πρόοδο όλων των μαθητών.
Γ. Την στάση των μαθητών χωρίς αναπηρία. Το αρνητικό περιβάλλον οδηγεί στην αποτυχία του θεσμού και την απομόνωση του ατόμου με αναπηρία.
Δ. Τη στάση των εκπαιδευτικών. Πολλοί ερευνητές επισήμαναν ιδιαίτερα το σημαντικό ρόλο της στάσης του εκπαιδευτικού στην επιτυχία ή αποτυχία της συνεκπαίδευσης των παιδιών με και χωρίς αναπηρία, γιατί αυτοί μπορούν να επηρεάσουν τους μαθητές, τους συναδέλφους και τους γονείς. 
Οι καθηγητές προσαρμοσμένης φυσικής αγωγής του Πανεπιστημίου Connecticut στις Η.Π.Α., Dunn και Fait αναφέρουν: «… αν οι δάσκαλοι φυσικής αγωγής δείχνουν φόβο και τρόμο στο ενδεχόμενο να συνυπάρχουν μαθητές μα και χωρίς αναπηρία στο τμήμα τους, το πιο πιθανό είναι ότι θα επηρεαστεί αρνητικά η στάση των μαθητών χωρίς αναπηρία».
Έρευνες που έχουν γίνει για τη στάση των εκπαιδευτικών ως προς τη συνεκπαίδευση κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι η φιλοσοφία της συνεκπαίδευσης δε βρίσκει σύμφωνους στο σύνολο τους εκπαιδευτικούς αλλά ούτε και τους φοιτητές που αποτελούν τους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς (Κουτσούκης και συν., 2000. Conaster, 2000). Aρνητικοί εμφανίζονται αυτοί που έχουν ελλείψεις σε απαιτούμενες γνώσεις όσον αφορά στις ιδιαιτερότητες των μαθητών με αναπηρία καθώς και στις μεθόδους διδασκαλίας που απαιτούνται (Bayliss and Avramidis, 2000. Abosi, 2000. Keamey 2000.Lienert 2001).
Δίφορες θεωρίες έχουν αναπτυχθεί προκειμένου να εξηγήσουν τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι στάσεις των ανθρώπων απέναντι στα άτομα με αναπηρία. Αυτό που προκύπτει είναι ότι η επαφή των ατόμων με άτομα με αναπηρία και οι γνώσεις τους σε θέματα που αφορούν την αναπηρία, είναι καθοριστικοί παράγοντες στη διαμόρφωση μιας στάσης ( Ajzen and Fishbein, 1980,  Yuker, 1988). O Conaster με τους συνεργάτες του (2000), που μελέτησαν τη στάση 82 εκπαιδευτικών, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτοί που εργάζονταν σε προγράμματα συνεκπαίδευσης είχαν πιο θετική στάση στο να συνεκπαιδεύονται οι μαθητές με και χωρίς αναπηρίες, συγκριτικά με τους εκπαιδευτικούς που δίδασκαν σε μαθητές χωρίς αναπηρίες. Η έρευνα έδειξε επίσης ότι οι εκπαιδευτικοί που είχαν σπουδές πάνω στην ειδική αγωγή είχαν θετικότερη στάση απέναντι στη συνεκπαίδευση από αυτούς που δεν είχαν εκπαίδευση στην ειδική αγωγή.
Ερευνητικές προσπάθειες που έγιναν έδειξαν ότι εκπαιδευτικοί για να δεχτούν να διδάξουν σε τμήματα όπου φοιτούν μαθητές με και χωρίς αναπηρίες θέτουν ως προϋπόθεση την εξασφάλιση της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής (εποπτικά μέσα και εξοπλισμό) και την ικανοποιητική υποστήριξή τους (Κυπριωτάκης, 2000. Lienert 2001).        
Προκειμένου να γίνει πράξη η συνεκπαίδευση, τα εκπαιδευτικά προγράμματα πρέπει να είναι προσαρμοσμένα στις εξατομικευμένες ανάγκες των μαθητών με αναπηρία, συντελώντας έτσι στην ανάπτυξη των ικανοτήτων τους.
Η παιδαγωγική της συνεκπαίδευσης στηρίζεται στην άρση του φόβου που μπορεί να έχει ένας μαθητής απέναντι σε ένα άτομο με αναπηρία. Ο φόβος αυτός εμποδίζει έναν άνθρωπο να δει το άτομο με αναπηρία πρώτα ως άνθρωπο και έπειτα ως άτομο με αναπηρία. Τα συναισθήματα του φόβου, της αμηχανίας και του οίκτου απέναντι στα άτομα με αναπηρία, μπορούν να μετουσιωθούν σε αποδοχή και ισότιμη αντιμετώπιση μέσα από την συνύπαρξη και τη συνεργασία.   
 
Σκοπός του προγράμματος  που υλοποιεί το Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. Μαντινείας
 
Το πρόγραμμα συνδιδασκαλίας μαθητών γενικής και ειδικής αγωγής στοχεύει στη δημιουργία ευκαιριών γνωριμίας και αλληλεπίδρασης των μαθητών ειδικής και γενικής αγωγής, με απώτερο στόχο να πραγματοποιηθεί μια από τις βασικότερες επιδιώξεις της ειδικής αγωγής, που είναι η αποδοχή των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και η ισότιμη κοινωνική τους ένταξη. Σημαντική δυσκολία για να γίνει πράξη η κοινωνική ένταξη είναι τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις που είναι βαθιά ριζωμένες στην κοινωνία για τα άτομα με ειδικές ανάγκες να εξαλειφθούν. Η ουσιαστικότερη παρέμβαση για να αρθούν αυτές οι προκαταλήψεις μπορεί να γίνει αποτελεσματικότερα στους μαθητές που δεν έχουν ισχυροποιήσει στερεότυπα και που είναι σε θέση να αφομοιώσουν πληροφορίες και να διαμορφώσουν στάσεις, στηριζόμενες όχι σε προκαταλήψεις αλλά σε πραγματικά στοιχεία μέσα από τα βιώματα τους.
 Έτσι βασική προϋπόθεση για να αποδεχτούν οι μαθητές της γενικής αγωγής τους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες είναι να τους γνωρίσουν, να συνυπάρξουν, να κάνουν κοινές δραστηριότητες  με τελικό στόχο να δουν ότι τα άτομα με αναπηρία είναι άνθρωποι σαν και αυτούς με συναισθήματα και ανάγκη για επικοινωνία.
Οι μαθητές της ειδικής αγωγής ωφελούνται από μια τέτοια συνύπαρξη διότι  έχουν ένα διαφορετικό πρότυπο από το οποίο μπορούν να πάρουν στοιχεία, να αποκτήσουν δεξιότητες ζωής και  επικοινωνίας, να δεχθούν θετικές επιδράσεις από συνομηλίκους τους που είναι σε θέση να λειτουργήσουν με συγκροτημένο και υποστηρικτικό τρόπο απέναντί τους.
Η όποια απόρριψη, αμηχανία, φόβος και προκατάληψη των μαθητών απέναντι στους συμμαθητές τους της ειδικής αγωγής μπορεί να μεταμορφωθεί σταδιακά και μέσα από την αλληλεπίδραση σε αποδοχή, συνεργασία και σεβασμό, που θα βασίζονται σε μια θετική και αληθινή εικόνα που θα διαμορφώσουν οι μαθητές των σχολείων που συμμετέχουν στο πρόγραμμα για τους μαθητές της ειδικής αγωγής.
Η εδραίωση αρνητικών στερεοτύπων για τα άτομα με αναπηρία έχει τις ρίζες της στην άγνοια, στην έλλειψη εμπειριών συνύπαρξης με τα άτομα με αναπηρία και στην αρνητική εικόνα για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, που έχει επιβάλει ο πολιτισμός μας που προωθεί εικόνες ανθρώπων, ως πρότυπα, εντελώς ψεύτικες με ιδανικό την τέλεια εξωτερική εμφάνιση και όχι την πνευματική καλλιέργεια και ανάπτυξη.
 
Υλοποίηση του προγράμματος
 
Γίνεται επιλογή μιας ομάδας μαθητών από το ΕΕΕΕΚ με κριτήρια την δυνατότητα που έχουν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά σε ομάδα, να συνεργαστούν έστω και σε μικρό βαθμό και να αλληλεπιδράσουν με τους γύρω τους. Στη συνέχεια γίνεται συζήτηση με τους μαθητές ώστε να κατανοήσουν την δραστηριότητα και να προετοιμαστούν για αυτή. Επιλέγουμε ένα θέμα κοινωνικού ενδιαφέροντος που αφορά την τοπική κοινωνία. Τη φετινή χρονιά με αφορμή τα εγκαίνια του ανακαινισμένου θεάτρου της πόλης μας, κάναμε μια εργασία για την προσωπικότητα του ιδρυτή του θεάτρου  Ιωάννη Μαλλιαρόπουλου. Συγκεντρώνουμε υλικό, κάνουμε έρευνα, επισκέψεις, συνεντεύξεις και φωτογράφηση όσων θέλουμε να παρουσιάσουμε. Ακολουθεί η δημιουργία power point με το υλικό που έχουμε συγκεντρώσει. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας συζητάμε με τους μαθητές για τον τελικό στόχο που είναι η παρουσίαση της εργασίας σε ένα σχολείο και οι ίδιοι εκφράζουν τις ιδέες τους και παίρνουν πρωτοβουλίες για το πώς θέλουν να γίνει αυτό και τι ρόλο θα έχει ο καθένας, λειτουργώντας ομαδικά και συνεργατικά και κατανοώντας όσο το δυνατό καλύτερα το θέμα της εργασίας ώστε να είναι σε θέση να το παρουσιάσουν.
Επιλέγουμε ένα σχολείο με κριτήριο την ηλικία των μαθητών αφού θέλουμε να είναι παραπλήσια με των μαθητών μας, συνήθως είναι πρώτη λυκείου, γίνεται επικοινωνία με τον εκπαιδευτικό που θα συνοδεύει το τμήμα στο οποίο θα κάνουμε την παρουσίαση και μιλάμε για τον τρόπο υλοποίησης της δραστηριότητας και τους στόχους της. Ακολουθεί ενημερώσει – ευαισθητοποίηση των μαθητών για το πρόγραμμα και τον υποστηρικτικό ρόλο που μπορούν να έχουν οι μαθητές προς τους συμμαθητές τους της ειδικής αγωγής.
Η ευαισθητοποίηση των μαθητών αποβλέπει στο να συμπεριφέροντε  φυσιολογικά απέναντι στους μαθητές με αναπηρία, χωρίς ένταση, αμηχανία και νευρικότητα, χωρίς υπερβολές και πρωτοβουλίες να βοηθήσουν, αν δεν τους ζητηθεί από το ίδιο το άτομο με αναπηρία κάποια βοήθεια. Να πειστούν ότι τα άτομα με ειδικές ανάγκες αν τους δοθεί ο κατάλληλος χρόνος και μια θετική στάση αποδοχής, μπορούν να επικοινωνήσουν και να συμμετέχουν σε μια δραστηριότητα. Ενημερώνουμε τους μαθητές για το γεγονός ότι είναι ευθύνη όλων μας να στηρίξουμε την κοινωνική ένταξη των ατόμων με αναπηρία και ειδικά της μαθητικής κοινότητας που είναι το πιο αγνό και δημιουργικό κομμάτι μιας κοινωνίας.
Οι μαθητές του γενικού σχολείου παρουσιάζουν και αυτή μια δική τους εργασία, όπως τη σχολική εφημερίδα ή ένα πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης ώστε να δείξουν τι κάνουν στο σχολείο τους σε σχέση με τους μαθητές της ειδικής αγωγής.
Η μετάβαση της ομάδας των μαθητών του ΕΕΕΕΚ γίνεται στη σχολική μονάδα ( στόχος επίσης είναι να βγάζουμε τους μαθητές από την καθημερινή ρουτίνα της τάξης) με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ ( εξοικείωση με τη χρήση μέσων μαζικής μεταφοράς).
Η διάρκεια της παρουσίασης είναι μια διδακτική ώρα στην αρχή της οποίας παρουσιάζουν την εργασία τους οι μαθητές της ειδικής αγωγής σύμφωνα με το ρόλο που έχει ο καθένας ( ανάγνωση του power point, μοίρασμα φυλλαδίων με το θέμα της εργασίας, παρουσίαση του σχολείου μας). Ακολουθεί η παρουσίαση της εργασίας των μαθητών του γενικού σχολείου και στη συνέχεια γίνεται συζήτηση μεταξύ των μαθητών η οποία συνεχίζεται συχνά και στο διάλειμμα. Είναι σημαντικό για την επιτυχία του προγράμματος να υπάρξει προσέγγιση μεταξύ των μαθητών και επικοινωνία.
 
Αξιολόγηση του προγράμματος  
 
Το πρόγραμμα αυτό υλοποιείται από το ΕΕΕΕΚ από τη σχολική χρονιά 2003 έως και σήμερα. Τα συμπεράσματα που βγαίνουν από την εφαρμογή μιας τέτοιας δραστηριότητας είναι θετικά, από την άποψη ότι δίνει τη δυνατότητα σε μαθητές που είναι υποχρεωμένοι να φοιτούν σε σχολεία που τους διαχωρίζουν, να έρθουν σε επαφή, να συνυπάρξουν και να αλληλεπιδράσουν προετοιμάζοντας τους για αυτό που πρέπει να κάνουν ως ενήλικες, δηλαδή να ζήσουν μαζί.
Η ως τώρα εφαρμογή του προγράμματος δείχνει ότι οι μαθητές της γενικής εκπαίδευσης αν ενημερωθούν,  ευαισθητοποιηθούν  και τους δοθεί υποστηρικτικός ρόλος προς τους μαθητές της ειδικής αγωγής δείχνουν μεγάλη ωριμότητα και έχουν θετική στάση απέναντι στους συμμαθητές τους της ειδικής αγωγής. Θετική στάση έχουν επίσης και οι εκπαιδευτικοί του γενικού σχολείου που συμμετέχουν σε αυτή τη δραστηριότητα αφού διαπιστώνουν ότι οι μαθητές τους έχουν μια σημαντική και ουσιαστική ευκαιρία να βιώσουν σχέσεις με άτομα με αναπηρία και να δουν ότι μπορούν να έχουν αποτελεσματική επικοινωνία μαζί τους. Ουσιαστικά οι μαθητές παίρνουν ένα μάθημα ζωής που μπορεί να τους οδηγήσει σε μια πιο ανθρώπινη και υποστηρικτική στάση απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες, ειδικά αν αυτή η δραστηριότητα έχει συνέχεια. Μέσα από αυτή τη δραστηριότητα μπορεί να καταρριφθεί ο μύθος που θέλει τα άτομα με αναπηρία ως ανήμπορα, ανίκανα, αντιπαραγωγικά, άρα και εξαρτημένα. Μέσα από αυτό το πρόγραμμα θέλουμε να πούμε ότι η αξία κάθε ανθρώπου είναι ανεξάρτητη από τις ικανότητες του, όλοι οι άνθρωποι έχουν ίσα δικαιώματα τα οποία γίνονται πράξη μέσα από σχολεία που προωθούν την ισότητα των ευκαιριών και καταργούν τις διακρίσεις, μέσα από ένα εκπαιδευτικό σύστημα ένταξης στα πλαίσια μιας ελεύθερης κοινωνίας.
Η πιο πάνω δραστηριότητα συναζομένη και με άλλες δράσεις, όπως έρευνες για τη στάση των μαθητών της γενικής αγωγής απέναντι στους μαθητές με αναπηρία, από διοργάνωση κοινών σχολικών γιορτών και εκδρομών, συμμετοχή σε δίκτυα σχολείων, σε περιβαλλοντικά προγράμματα, μπορεί να εγκαταστήσει γέφυρες επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο σχολικές κοινότητες σε μόνιμη και σταθερή βάση. 
 
Συμπεράσματα
 
Η παιδαγωγική της ένταξης των μαθητών της ειδικής αγωγής στο κοινό σχολείο προσκρούει στην άκαμπτη οργάνωση, δομή και λειτουργία του σύγχρονου σχολείου η οποία αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στις διαφορετικές ανάγκες των μαθητών. Το σχολείο επικεντρώνεται στην παροχή γνώσεων μέσα από ένα αυστηρό διαχωρισμό σε γνωστικά αντικείμενα με βασική επιδίωξη την θεωρητικά γνώση και την σύνδεση του σχολείου με την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό έχει ως συνέπεια οι μαθητές της γενικής εκπαίδευσης να προσανατολίζονται όχι στην απόκτηση δεξιοτήτων ζωής αλλά αποκλειστικά στην προετοιμασία για το πανεπιστήμιο.
Έτσι οι μαθητές λειτουργώντας σε ένα πιεστικό περιβάλλον στερούνται ευκαιριών ατομικής έκφρασης (το σχολείο απαιτεί από όλα τα παιδιά τα ίδια πράγματα) και ανάπτυξης ικανοτήτων ενασχόλησης με κοινωνικά προβλήματα, περιβαλλοντικά παιχνίδια, παιχνίδια ρόλων, ομαδικές εργασίες και δράσεις που οι ίδιοι οι μαθητές θα επιλέξουν.
Οι μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες μπορούν να κάνουν μαζί το μάθημα της γυμναστικής, των καλλιτεχνικών, των περιβαλλοντικών δράσεων, της μουσικής, τις σχολικές εκδρομές και γιορτές και άλλα προγράμματα μέσα σε ένα γενικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Η συνύπαρξη μαθητών γενικής και ειδικής αγωγής μπορεί να δώσει στους μαθητές την εμπειρία εκείνη που θα τους βοηθήσει μέσα από την επικοινωνία, να εγκαταστήσουν μια ισότιμη σχέση, χωρίς προκαταλήψεις και αρνητικά στερεότυπα που θα τους συνοδεύει σε όλη του ς τη ζωή.
Ο εκπαιδευτικός που θα υλοποιήσει προγράμματα συνεκπαίδευσης πρέπει να έχει την φιλοσοφία των ίσων ευκαιριών για όλους τους μαθητές στην εκπαίδευση, να γνωρίζει το εκπαιδευτικό του αντικείμενο και τις αποτελεσματικότερες μεθόδους διδασκαλίας, επίσης πρέπει να έχει επίγνωση της σπουδαιότητας του ρόλου του στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δημοσιογραφικός οδηγός θέματα αναπηρίας και ΜΜΕ, Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας Αθήνα 2006
Κουτάντος, Δ. και Καυκαλάκη, Ε. (2000) ένα πρόγραμμα συνεκπαίδευσης παιδιών με σοβαρή νοητική ανεπάρκεια στην οικογένεια και στο γενικό σχολείο.
Δημητρόπουλος, Ε. (1992). Ο εκπαιδευτικός της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης  ως δάσκαλος και λειτουργός συμβουλευτικής. Επιθεώρηση συμβουλευτικής και προσανατολισμού . σελ:22-33,  51-62.
Κοσμίδου-hardy, x (1998). Εφ-ευρετική διδασκαλία: Ένα συνθετικό μοντέλο, ΣΥΝΘΕΣΗ, 41-61
Δροσινού Μ. (1998). Μοντέλα ενσωμάτωσης παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και προβλήματα στο σχολείο υποχρεωτικής φοίτησης. Το σχολείο και το σπίτι, τχ 410.
Τσιάκαλος,,Γ. (2000). Οδηγός αντιρατσιστικής εκπαίδευσης, Αθήνα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα.
Λιαράκου, Γ. (2002) Περιβαλλοντική εκπαίδευση: ένα εργαλείο για την ένταξη των παιδιών με ειδικές ανάγκες στη γενική εκπαίδευση. Σύγχρονη Εκπαίδευση, τεύχος 124
Μπάτσιου,Σ. Αντωνίου, Π. Χατζηκώστα,Μ. Η συνεκπαίδευση των παιδιών με και χωρίς αναπηρία στο μάθημα της φυσικής αγωγής στο σχολείο. Περιοδικό Κοινωνική Εργασία, τεύχος 71, Αθήνα 2003. 
Θέματα αναπηρίας, Μάιος-Ιούνιος-Ιούλιος 2010, Διεθνής σύμβαση για τα δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία